- ὑποπυθμήν
- ὑπο-πυθμήν, ένος, u. ὑπο-πυθμένιος, u. ὑπο-πυθμίδιος, unter dem Boden
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
υποπύθμην — ενος, ὁ, ἡ, ΜΑ αυτός που βρίσκεται κάτω από τον πυθμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + πυθμήν, ένος «πυθμένας»] … Dictionary of Greek
υποπυθμένιος — ον, θηλ. και α, ΜΑ [ὑποπύθμην, ενος] ὑποπύθμην* … Dictionary of Greek
υποπυθμίδιος — ία, ον, Α (ποιητ. τ.) ὑποπύθμην*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑποπύθμ ην + επίθημα ίδιος (πρβλ. αιφν ίδιος)] … Dictionary of Greek